Ὁ Φώτιος ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ἀνικήτου. Κατάγονταν καὶ οἱ δυὸ ἀπὸ τὴ Νικομήδεια. Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς θέλησε νὰ κινήσει διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, μίλησε μπροστὰ στὴν Σύγκλητο μὲ τοὺς πιὸ ὑβριστικοὺς λόγους ἐναντίον τους. Ἐκεῖ ἦταν παρὼν καὶ ὁ Ἀνίκητος, ποὺ ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ βασιλιά, ὄχι μόνο δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ σηκώθηκε μὲ θάρρος, δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ εἶπε στὸ Διοκλητιανό: «Πλανᾶσαι, βασιλιά, ἂν νομίζεις ὅτι μὲ τὰ μέτρα κατὰ τῶν Χριστιανῶν θὰ πετύχεις τοὺς ἀσεβεῖς σκοπούς σου. Μάθε ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν σήμερα τὴν ὑγιέστερη μερίδα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ θὰ ἦταν ἀνόητοι καὶ ἀναίσθητοι ἂν πίστευαν στὰ εἴδωλα. Γι’ αὐτὸ, ὅποια μέτρα καὶ ἂν πάρεις ἐναντίον τους, στὸ τέλος ζημιωμένος θὰ εἶσαι ἐσύ, ἐνῷ αὐτοὶ ἔνδοξοι μάρτυρες».
Ὁ Διοκλητιανός, προσβεβλημένος ἀπὸ τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀνίκητου, διέταξε καὶ τὸν ἔριξαν τροφὴ σὲ ἕνα τρομερὸ λιοντάρι. Ἀλλὰ τὸ λιοντάρι σταμάτησε τὴν ἄγρια ὁρμή του καὶ ἡμέρεψε σὰν πρόβατο. Τότε ἔγινε μεγάλος σεισμὸς καὶ συνετρίβησαν πολλὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα.
Κατόπιν τὸν ἔβαλαν σὲ τροχὸ μὲ ἀναμμένη φωτιὰ ἀπὸ κάτω. Ἀλλὰ ὦ τοῦ θαύματος, ὁ τροχὸς σταμάτησε καὶ ἡ φωτιὰ ἔσβησε. Τότε ἔτρεξε καὶ τὸν ἀγκάλιασε ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Φώτιος. Μόλις εἶδαν αὐτὸ οἱ εἰδωλολάτρες, ἔδεσαν καὶ τοὺς δυὸ μέσα στὸ λεγόμενο λουτρὸ τοῦ Ἀντωνίου. Καὶ ἀφοῦ ὑπερθέρμαναν τὸ νερό, παρέδωσαν καὶ οἱ δυὸ ἔνδοξα τὸ πνεῦμα τους.
www.synaxarion.gr
Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010
Οἱ Ἅγιοι Φώτιος καὶ Ἀνίκητος οἱ Μάρτυρες
Τρίτη 10 Αυγούστου 2010
Η ταπείνωση του Επισκόπου
Ο Επίσκοπος κάποιας επαρχίας έπεσε μια φορά σε μεγάλη αμαρτία. Την άλλη μέρα ήταν γιορτή κι’ επρόκειτο να λειτουργήσει σε μιαν εκκλησία, που πανηγύριζε και πού πηγαίνει συνήθως ολόκληρη η πόλις. Μόλις μπήκε στην εκκλησία ο Επίσκοπος, ανέβηκε στον άμβωνα, φανέρωσε μπροστά στο πλήθος την αμαρτία του, έβγαλε το ωμοφόριό του, το έδωσε στο Διάκονό του, και είπε με πολλή συντριβή δυνατά για ν’ ακουστεί απ’ όλους: ΄Υστερα από τέτοια αμαρτία, δεν μπορώ να είμαι πια Επίσκοπος σας. Διαλέξτε κάποιον άξιο.
΄Εκανε να φύγει, ο κόσμος όμως, που τον αγαπούσε, τον εμπόδισε.
Μείνε στη θέση σου κι’ άς είναι επάνω μας η αμαρτία σου, φώναξαν όλοι με μια φωνή.
Συγκινημένος ο Επίσκοπος από την αγάπη του λαού, ανέβηκε πάλι στον άμβωνα και φώναξε:
Αν θέλετε να μείνω στη θέση, που ανάξια κατέχω, θα κάνετε ό,τι σας ειπώ.
Πρόσταξε να κλειστούν αμέσως οι πόρτες της εκκλησίας και να μείνει μόνο μια μικρή έξοδος. ΄Επεσε κατάχαμα μπροστά σ’ αυτή και είπε δυνατά στο εκκλησίασμα για να τον ακούσουν όλοι:δεν θα έχει μέρος με τον Θεό όποιος δεν με πατήσει, προτού βγει από εδώ.
Οι χριστιανοί, για να μη χάσουν τον Επίσκοπό τους, υπήκουσαν.
΄Ενας-ένας, που έβγαινε, πατούσε από πάνω του. ΄Οταν πέρασε και ο τελευταίος ακούστηκε φωνή από τον Ουρανό να λέγει:
Για τη μεγάλη του ταπείνωση, συγχωρήθηκε η αμαρτία του.
Από το Γεροντικό
athos.forumup.gr
Ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος ὁ ἀρχιδιάκονος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Ξυστὸς καὶ Ἰππόλυτος
Οἱ Ἅγιοι Λαυρέντιος ὁ ἀρχιδιάκονος, Ξυστὸς πάπας τῆς Ρώμης καὶ Ἰππόλυτος, μαρτύρησαν τὸ 53 μ.Χ.
Ὅταν ἔγινε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ πάπας τῆς Ρώμης Ξυστός, ὁμολόγησε πρῶτος τὴν πίστη του στὸν Κύριο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ θανατωθεῖ μὲ ἀποκεφαλισμό.
Κατόπιν συνέλαβαν τὸν Ἅγιο Λαυρέντιο, ὁ ὁποῖος ἔχριζε διαχειριστὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Τοῦ ζητήθηκε νὰ παραδώσει τοὺς θησαυροὺς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Λαυρέντιος τότε, τοὺς παρουσίασε τοὺς φτωχούς, τὰ ὀρφανὰ καὶ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη τὴν συνδρομὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς εἶπε ὅτι αὐτοὶ ἦταν οἱ θησαυροί της. Γιὰ αὐτὸ τὸ τόλμημά του, οἱ εἰδωλολάτρες τὸν βασάνισαν, ψήνοντάς τον ζωντανό.
Τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Λαυρεντίου τὸ παρέλαβε ὁ Ἅγιος Ἰππόλυτος. Μόλις ὅμως μαθεύτηκε αὐτή του ἡ πράξη, ἡ ἡγεμόνας διέταξε τὸν βασανισμό του. Ἔτσι μαρτύρησε καὶ ὁ Ἅγιος Ἰππόλυτος.
www.synaxarion.gr
Τρίτη 3 Αυγούστου 2010
Οἱ Ὅσιοι Δαλμάτιος, Φαῦστος, καὶ Ἰσαάκιος
Ὁ Δαλμάτιος ἦταν στρατιώτης, γρήγορα ὅμως τὴν θεοσεβὴ ψυχή του κυρίευσε ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀφοσιωθεῖ στὸν Κύριο καὶ Δημιουργό του. Ξεκίνησε λοιπὸν, μαζὶ μὲ τὸν γιὸ του Φαῦστο νὰ συναντήσει τὸν μοναχὸ Ἰσαάκιο, ἡ φήμη τοῦ ὁποίου εἶχε φέρει κοντὰ του πολλοὺς ἄνδρες.
Ὁ Δαλμάτιος διακρίθηκε ἀνάμεσα στοὺς ὑπολοίπους μοναχοὺς γιὰ τὴν ἀρετή του, τόσο ὥστε ἐξελέγει ἡγούμενος μετὰ τὸν θάνατο τοῦ εὐσεβοῦς Ἰσαακίου. Μάλιστα γιὰ τὸν ἐνάρετο βίο του ὁ Δαλμάτιος τιμήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε τὸ 431 μ.Χ. στὴν Ἔφεσο, στὴν ὁποία οἱ Πατέρες ἀνέδειξαν τὸν Ὅσιο ἀρχιμανδρίτη.
Τὸν δρόμο τοῦ Δαλμάτιου, ὁ ὁποῖος τελείωσε τὴν ζωὴ του ἐν εἰρήνῃ, ἀκολούθησε ὁ γιός του Φαῦστος, ἀναδεικνύοντας ἑαυτὸν, ἄξιο διάδοχο τοῦ πατέρα του.
Ὅσον ἀφορὰ στὸν Ὅσιο Ἰσαάκιο, ἔμεινε ξακουστὸς γιὰ τὴν στάση, τὴν ὁποία ὑπέδειξε ἀπέναντι στὸν αἱρετικὸ αὐτοκράτορα Οὔλη, ὅταν αὐτὸς κατὰ τὴν ἐκστρατεία του ἐνάντια στοὺς Σκύθες συνάντησε τὸν Ὅσιο. Ὁ Ἰσαάκιος πέθανε σὲ βαθειὰ γεράματα.
www.synaxarion.gr
Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010
Γιατί θυμιάζουμε
Του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου
Το θυμίαμα στη λατρεία του Θεού εχρησιμοποιείτο και από τους Εβραίους και από τους ειδωλολάτρες. Ήταν δείγμα αναγνώρισης της υπερέχουσας αξίας του Θεού, ήταν σύμβολο υποταγής και αφοσίωσης. Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε την περιγραφή του και το μείγμα από το οποίο απετελείτο. Συγκεκριμένα, στο Εξόδου 30, 34-38 ο Θεός δίδει εντολή να αποτελείται το θυμίαμα από 4 συστατικά στοιχεία, από σταχτή, όνυχα, χαλβάνη και λίβανο. Γι’ αυτό και οι έννοιες «θυμίαμα» (ή μοσχοθυμίαμα) και «λιβάνι» δεν ταυτίζονται.
Το λιβάνι είναι ένα από τα στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται το θυμίαμα.
Στα χρόνια του Κυρίου το εβραϊκό θυμίαμα απετελείτο από 13 αρωματώδη στοιχεία, πως μαρτυρεί ο Ιώσηπος. Η Σκηνή του Μαρτυρίου περιείχεν, εκτός των άλλων, και το «χρυσούν θυμιατήριον», μέσα στο οποίον έκαιαν κάρβουνα και ο Ιερέας πετούσε αρκετό θυμίαμα και έπειτα γονάτιζε και προσευχόταν στον Θεό. Στο ναό του Σολομώντος υπήρχε το θυσιαστήριον του θυμιάματος, στο οποίο εθυμίαζε κάθε ημέρα ένας Ιερεύς. Ο Ιερεύς δε, που του έπεφτε ο κλήρος να θυμιάσει, εθεωρείτο ότι αξιωνόταν μεγάλης τιμής από τον Θεό. Τούτο συνέβη και με τον Ζαχαρία, πατέρα του τιμίου Προδρόμου, που κατά την ώρα του θυμιάματος δέχθηκε από τον Άγγελο την πληροφορία ότι θα γεννήσει σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία και με τη γυναίκα του στείρα τον Βαπτιστή. Η ώρα του θυμιάματος στους Εβραίους ήταν συγκλονιστική για τους συμβολισμούς της.
Και οι ειδωλολάτρες χρησιμοποιούσαν θυμίαμα στη λατρεία τους, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, οι Αιγύπτιοι, οι Φοίνικες, οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι κλπ. Σας υπενθυμίζω τις περιπτώσεις αγίων χριστιανών μαρτύρων που, επειδή δεν εδέχθησαν να ρίψουν θυμίαμα εμπρός στα είδωλα, εθυσιάσθησαν οι ίδιοι.
Θυμίαμα προσεφέρετο και προς τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, που ελατρεύετο ως Θεός. Το ίδιο συνέβαινε και για άλλους επιφανείς ανθρώπους που είχαν δοξασθή από τους ανθρώπους. Κατά τον ιστορικό Θεοδώρητο, ο Ιουλιανός Παραβάτης αξίωνε να του καίνε θυμίαμα.
Συμβολισμοί
Η χριστιανική θρησκεία παρέλαβε από τους Εβραίους το θυμίαμα και το καθιέρωσε και στη δική της λατρεία.
Του προσέδωσε δε πνευματικούς συμβολισμούς, που αξίζει να θυμηθούμε.
1. Το θυμίαμα εν πρώτοις συμβολίζει την προσευχή, που ανεβαίνει προς τον
θρόνον του Θεού. «Κατενθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου…». Είναι η ορμή της ψυχής προς τα άνω.
Και ταυτόχρονα συμβολίζει και την ζέουσαν επιθυμία μας να γίνει η προσευχή μας δεκτή «εις οσμήν ευωδίας πνευματικής». Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος «ώσπερ το θυμίαμα και καθ’ εαυτό καλόν και ευώδες, τότε δε μάλιστα επιδείκνυται την ευωδίαν, όταν ομιλήση τω πυρί. Ούτω δε και η ευχή καλή μεν καθ’ εαυτήν, καλλίων δε και ευωδεστέρα γίνεται, όταν μετά και ζεούσης ψυχής αναφέρηται, όταν θυμιατήριον η ψυχή γένηται και πυρ ανάπτη σφοδρόν». Γι’ αυτό και πρέπει να διδάσκουμε το λαό ότι, όταν προσεύχεται, καλόν είναι να καίει θυμίαμα στο σπίτι.
2. Συμβολίζει ακόμη τις γλώσσες πυρός της Άγιας Πεντηκοστής, όταν ο Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Πανάγιόν Του Πνεύμα «εν είδει πυρίνων γλωσσών». Στην ευχή που λέγει ο ιερεύς, όταν ευλογεί το θυμίαμα στην Πρόθεση, αναφέρει «Θυμίαμα Σοι προσφέρομεν Χριστέ ο Θεός εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου Σου Πνεύματος». Με το θυμίαμα δηλ. ζητούμε από τον Κύριο να μας στείλει την αγιοπνευματικήν Του χάρι. Γι’ αυτό και οι πιστοί, όταν τους θυμιάζει ο Ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή σε δείγμα αποδοχής της χάριτος αυτής. Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει ως εξής την σημασίαν του θυμιάματος:
«Δηλοί την απ’ ουρανού χάριν και δωρεάν εκχυθείσαν τω κόσμον διά Ιησού Χριστού και ευωδίαν του Πνεύματος και πάλιν εις τον ουρανόν δι’ αυτου αναχθείσαν».
3. Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει εξ άλλου και τον αίνον, που απευθύνεται προς τον Θεό. Η καύση του θυμιάματος σημαίνει τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δε ευχάριστο συναίσθημα, που δημιουργείται από το άρωμα του θυμιάματος σε όλο το χώρο του Ι. Ναού, σημαίνει την πλήρωση της καρδιάς μας από τη θεία ευαρέστηση, που είναι ο καρπός της αγάπης μας προς τον Θεό. Στην περίπτωση αυτή κάθε πιστός μετατρέπεται σε «ευωδίαν Χριστού».
4. Το δε θυμιατήριον, που καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει την κοιλίαν της Θεοτόκου, η οποία δέχθηκε στα σπλάγχνα της σωματικώς την Θεότητα, που είναι «πυρ κατανάλισκαν», χωρίς να υποστή φθοράν ή αλλοίωση. Κατά τον Άγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κων/λεως «Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, το πυρ την θεότητα και ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος προπορευομένην».
Και αλλού: «Η γαστήρ του θυμιατηρίου νοηθείη αν ημίν η ηγιασμένη μήτρα της Θεοτόκου φέρουσα τον θείον άνθρακα Χριστόν, εν ω κατοικεί πάν το πλήρωμα της θεότητας σωματικώς. Διό και την οσμήν της ευωδίας αναδίδωσιν ευωδιάζον τα σύμπαντα». Με απλά λόγια και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτόν τον συμβολισμόν, λέγοντας: «Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο. Όπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε».
Λειτουργική Χρήση
1. Η Εκκλησία μας εισήγαγε το θυμίαμα με νέους συμβολισμούς στη θεία λατρεία από την αρχή. Κατά τον 3ο Αποστολικό Κανόνα μόνο θυμίαμα και έλαιο είναι επιτρεπτά στο Άγιον Θυσιαστήριον. Ο δε Ιουστινιανός εδώρησε στην Άγια Σοφία 36 χρυσά θυμιατήρια με πολύτιμους λίθους, κατά δε μαρτυρίαν του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου οι βασιλείς στο Βυζάντιο εισερχόμενοι στην εκκλησία προσέφεραν θυμίαμα στα ειδικά θυμιατήρια, τα καλούμενα «καπνιστά».
Το θυμιατόν, κατά ταύτα, ως ένα ιερό σκεύος αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού, πρέπει να είναι καθαρό και όχι μαυρισμένο από τον καπνό, να είναι από καλό μέταλλο και όχι ευτελές και να συμμορφώνεται ως προς το σχήμα προς την λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Το «κατζίον» είναι ειδικής χρήσεως θυμιατόν, που χρησιμοποιείται στις Αγρυπνίες και στις κατανυκτικές Ακολουθίες της Μεγ. Τεσσαρακοστής και της Μεγ. Εβδομάδος. Το δε χρησιμοποιούμενο θυμίαμα πρέπει να είναι αρωματώδες, ως εκείνο πού παράγεται στο Άγιον Όρος και στις άλλες μονές μας. Από εκεί να το προμηθεύεσθε, πρώτον μεν διότι παρασκευάζεται με προσοχή και ευλάβεια, δεύτερον δε διότι προμηθευόμενοι αυτό ενισχύετε οικονομικά τις πτωχές μονές.
2. Θυμίαμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εκκλησιαστικές Ακολουθίες και δη κατά την έναρξή των. Και στα επτά Μυστήρια επίσης. Δυστυχώς σήμερα αυτό έχει εγκαταλειφθεί αδικαιολογήτως, ενώ θα έπρεπε να επανέλθει. Η Βάπτιση π.χ. μπορεί και πρέπει να αρχίζει με θυμίαμα, το ίδιο και το Ευχέλαιο. Ο Εσπερινός και η Θεία Λειτουργία τελούνται σήμερα με χρήση θυμιάματος, το οποίον όμως δέον να προσφέρεται κατά την τάξιν.
3. Ειδικότερον, του θυμιάματος προηγούνται:
α. Η προετοιμασία του θυμιατού με το άναμμα των ανθράκων. Τα εν χρήσει «καρβουνάκια» χρειάζονται προσοχή, διότι κατά το άναμμα βγάζουν αποπνικτικό καπνό που ενοχλεί.
Γι’ αυτό και πρέπει να ανάπτονται μακρυά από το λαό, είτε σε μια άκρη του Ιερού, άωτε και έξω από αυτό. Επίσης, χρειάζεται προσοχή κατά το άναμμα, διότι εκσφενδονίζονται μικρές καύτρες που μπορεί να προκαλέσουν ζημιές σε τραπεζομάνδηλα ή στα χαλιά. Ποτέ δεν ανάπτεται το θυμιατό εμπρός στην Άγια Τράπεζα. Προτιμότερη είναι η χρήση καρβουνόσκονης, που ούτε «πετάει» καύτρες, ούτε βγάζει καπνό. Ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση του θυμιατού χωρίς αναμμένα κάρβουνα.
β. Η τοποθέτηση του θυμιάματος. Το ορθόν είναι το θυμίαμα να το προσφέρει Αρχιερεύς-όταν λειτουργεί- ή ο Ιερεύς, τοποθετώντας ο ίδιος το «λιβάνι» μέσα στο θυμιατό. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει σε ευπρεπές δοχείο τοποθετημένο το θυμίαμα και με ένα κουταλάκι παίρνει από αυτό, συνήθως προσφερόμενο από ένα παιδί, το αναγκαίο θυμίαμα και το τοποθετεί επάνω στα κάρβουνα. Η χειρονομία είναι βέβαια συμβολική, δηλ. εντάσσεται και αυτή μέσα στους άπειρους συμβολισμούς, που υπάρχουν στη λατρεία μας. Είναι όμως και χαρακτηριστική, διότι δείχνει με απτό τρόπο ότι το θυμίαμα προσφέρεται από τον ίδιο τον λειτουργό.
γ. Η ευλόγηση αυτού από τον Αρχιερέα, αν χοροστατεί ή λειτουργεί, ή από τον ίδιον τον Ιερέα. Η ευλόγηση είναι διαφορετική στην «κάλυψη» των θείων δώρων και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Δηλ., όταν πρόκειται να «καλύψει» τα Άγια ο Αρχιερεύς ή ο Ιερεύς, προσφερομένου του Θυμιάματος, λέγει την ευχή «Θυμίαμα Σοι προσφέρομεν, Χριστέ…» και το ευλογεί. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις λέγει «Ευλογητός ο Θεός ημών…» και ευλογεί με το χέρι.
4. Το θυμίαμα πραγματώνει κατά περίπτωσιν είτε ο Αρχιερεύς, είτε ο Ιερεύς, είτε ο Διάκονος. Εις τον Εσπερινό και τον Όρθρο θυμιά ο Διάκονος, εάν υπάρχει, ή ο Ιερεύς. Εάν δεν χοροστατεί Αρχιερεύς, την ευλόγηση του δίδει ο Ιερεύς. Εάν όμως παρίσταται Αρχιερεύς χοροστατών προσάγεται προς αυτόν το θυμίαμα και εκείνος ευλογεί από του αρχιερατικού Θρόνου. Ο λαμβάνων την ευλογίαν θυμιά τρις τον Αρχιερέα. Στην περίπτωση αυτή ο θυμιών εισέρχεται στο Άγιον Βήμα και θυμιά την Αγίαν Τράπεζαν, τους παρόντες Ιερείς και εξέρχεται του Βήματος, που θυμιά τις εικόνες του τέμπλου και πάλιν τον Αρχιερέα 9κις, και εν συνεχεία τον λαόν.
Επιστρέφων στον Σολέα θυμιά 9κις τον Αρχιερέα, μετά πάλιν τις εικόνες του τέμπλου, και εισερχόμενος στο Άγιον Βήμα θυμιά πάλιν πέριξ την Αγίαν Τράπεζα, την Πρόθεση, τους εντός του Βήματος κλπ.
5. Θυμίαμα προσφέρεται κατά την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, κατά την ψαλμώδηση του Απολυτίκιου, προ της Αναγνώσεως του Ευαγγελίου, κατά τον Χερουβικόν ύμνον, μετά τον καθαγιασμόν, κατά το «Ορθοί, μεταλαβόντες…». Μετά την καθιέρωση, στα όρια της Ι. Αρχιεπισκοπής και μερικών άλλων Ι. Μητροπόλεων, της μελωδικής αποδόσεως του «Αλληλουιαρίον», το θυμίαμα προ του Ευαγγελίου γίνεται κατά την ώραν αυτήν με άνεση και χωρίς να παρενοχλείται κανείς.
6. Είθισται ψαλλομένου του Χειρουβικού να εξέρχεται ο Αρχιερεύς ή ο Ιερεύς στην Ωραία Πύλη και να θυμιά τις εικόνες του τέμπλου, όταν ο ιεροψάλτης φθάσει εις την λέξιν «Τριάδι». Η σύνδεσε της λέξεως αυτής με την έξοδον από του Αγίου Βήματος δεν ευρίσκει κανένα εννοιολογικό έρεισμα. Όμως έχει επικρατήσει και τηρείται από πολλούς ιερουργούς. Διαφορετική είναι η περίπτωση της ενάρξεως του θυμιάματος στον Εσπερινό, όταν ο ιεροψάλτης φθάσει στη λέξη «ως θυμίαμα ενώπιον Σου». Την έξοδο στο «Τριάδι» φαίνεται ότι επέβαλαν πρακτικοί λόγοι, επειδή τότε περίπου ο Ιερεύς έχει τελειώσει την Ανάγνωση της ευχής του Χερουβικού ύμνου.
Άλλωστε, η παλαιά τάξη ήταν να θυμιά ο Διάκονος καθ’ ον χρόνον ο Ιερεύς ανεγίνωσκε την ευχήν.
7. Ο τρόπος χειρισμού του θυμιατηρίου προϋποθέτει εμπειρίαν και ζήλον. Πολλοί ιερουργοί, ιδίως νεοχειροτόνητοι, δεν γνωρίζουν πώς γίνεται το θυμιάτισμα, δηλ. πώς πιάνουμε το θυμιατό, πώς το κινούμε με χάρι, πώς το κατευθύνουμε όπου πρέπει, πώς αποφεύγουμε ζημιές, με αποτέλεσμα να δείχνουν αδεξιότητα και να στερούν τον απαραίτητο παλμό από το θυμιάτισμα. Και βέβαια είναι απόβλητη η συνήθεια πολλών αδαών ή και αδεών, να θυμιατίζουν πολύ γρήγορα και έντονα, χωρίς τη δέουσα ιεροπρέπεια, όπως και άλλων που με πολύ δισταγμό σηκώνουν το χέρι των, αποδίδοντες στο θυμιάτισμα νωχελικό ρυθμό. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο ενδείκνυται. Το ένα προδίδει «παρρησίαν», το άλλο αμηχανία. Χρειάζεται χειραγωγία από έμπειρους προς αρχαρίους. Το θυμιατόν κινεί το δεξιό χέρι με σταθερότητα, αλλά και με ευπρέπεια. Κατά το θυμιάτισμα είτε του Αρχιερέως, είτε των ιερών εικόνων, ο θυμιών Διάκονος ή ο Ιερεύς κλίνει ελαφρώς τον αυχένα μετά από κάθε τριττή κίνηση. Χρειάζεται, επίσης, προσοχή να μη πεταχθούν έξω τα κάρβουνα. Η τέχνη του θυμιάν αποβλέπει στην αποφυγή και τέτοιων αδεξίων κινήσεων.
8. Το θυμίαμα με το «κατζίον» θέλει και αυτό την τέχνην του. Το «κατζίον» έχει συνήθως 1 ή 3 κουδουνάκια. Ο χειριζόμενος αυτό οφείλει να το κινεί κατά τρόπον που να επιτρέπει στα κουδουνάκια να ακούγονται ελαφρώς. Με το ιερό αυτό σκεύος ο ιερουργός σχηματίζει στον αέρα το σημείον του Σταυρού, αντί άλλης κινήσεως.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:
“ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ”
Τρίτη 13 Ιουλίου 2010
Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Σαββαΐτης
Ἀνεψιὸς τοῦ Ἰωάννου Δαμάσκηνου ὁ Στέφανος, γεννήθηκε στὴ Δαμασκὸ τὸ 725 μ.Χ. Τὸν πατέρα του τὸν ἔλεγαν Θεόδωρο Μανσοὺρ καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἰωάννου Δαμάσκηνου.
Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν, ὁ Στέφανος εἰσήχθη ἀπὸ τὸν θεῖο του στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπου γιὰ 15 χρόνια ἐκπαιδεύτηκε πολὺ καλὰ στὴ μοναχικὴ ζωή. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ θείου του, ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο καὶ ἐντρυφοῦσε ἀκόμα περισσότερο στὴ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὴν ποίηση, στὴν ὁποία διακρίθηκε καὶ ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ποιητὲς τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ Στέφανος, ὅτι δημιουργοῦσε μὲ τὸ ταλέντο ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, τὸ ἀφιέρωνε στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι στὸ θαυμασμὸ τῶν ἀνθρώπων. Διότι τὸν ἐνέπνεαν τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ λένε: «Πὰν ὅτι ἂν ποιῆτε ἐν λόγῳ ἢ ἐν ἔργῳ, πάντα ἐν ὀνόματι Κυρίου Ἰησοῦ, εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ δι' αὐτοῦ». Δηλαδή, κάθε τί ποὺ κάνετε μὲ λόγο ἢ μὲ ἔργο, ὅλα νὰ τὰ πράττετε γιὰ νὰ ἀρέσετε στὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ γιὰ τὴν δόξα Του, εὐχαριστοῦντες μέσῳ Αὐτοῦ τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα, ποὺ τόσο πολὺ μᾶς ἀγάπησε.
Ὁ Στέφανος, ἀφοῦ κόσμησε τὴν Ἐκκλησία μὲ τὰ ποιήματά του, πέθανε εἰρηνικὰ τὸ 807 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε
Ὡς θεῖον στεφάνωμα, τὴν ἀρετὴν ἐσχηκώς, λαμπρῶς ἐστεφάνωσας, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, ἐν λόγοις καὶ πράξεσι· σὺ γὰρ ὡς Ἱεράρχης, καὶ σοφὸς θεηγόρος, θείων ᾀσμάτων λύρα, Πάτερ Στέφανε ὤφθης· διὸ ταῖς σαῖς φαιδρότησιν, ἡμᾶς στεφάνωσον.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀσκητῶν ὁμότροπος, γεγενημένος θεόφρον, Ἱεράρχης ὅσιος, παρὰ Θεοῦ προεβλήθης, ἅπασαν, τὴν Ἐκκλησίαν καταφαιδρύνων, σύριγγι, τῆς θεοπνεύστου σου Πάτερ γλώσσης· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, ὡς Θεοῦ μύστην, Στέφανε Ὅσιε.
Μεγαλυνάριον.
Στέφανος ἀνθόπλοκος καὶ σεπτός, Στέφανε θεόφρον, δι’ ἀσκήσεως ἀρετῶν, τῇ φωτοστολίστῳ, ἐγένου Ἐκκλησίᾳ· τῇ σῇ γὰρ σταφανοῦται, ἐνθέῳ χάριτι.
www.synaxarion.gr
Τρίτη 6 Ιουλίου 2010
Ὁ Ὅσιος Σισώης ὁ Μέγας
Ἔλαμψε μὲ τὴν πνευματική του σύνεση, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν φιλαδελφία καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του στὸ νὰ ἐπιστρέψει καὶ ἕναν μόνο ἁμαρτωλό.
Μεταξὺ τῶν ἀσκητῶν ἀναδείχτηκε ὀνομαστὸς καὶ μέγας, ἀθλητὴς τῆς πρώτης γραμμῆς, τύπος ἐγκράτειας, ἀλλὰ καὶ ψυχὴ ποὺ προσευχόταν γιὰ δικαίους καὶ ἀδίκους, πλούσιους καὶ φτωχούς, ἄρχοντες καὶ ἰδιῶτες, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς καὶ γενικὰ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Στὴν γῆ ἦταν, ἀλλὰ ἡ ζωή του ἦταν οὐράνια. Ὑψωμένος πάνω ἀπὸ τὴ σάρκα, ποὺ χαλιναγωγοῦσε τέλεια μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν θεία κοινωνία τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ μνήμη του μένει ὑπόδειγμα σὲ ὅσους θέλουν τὴν ἀσκητικὴ ζωή, γιὰ νὰ εἶναι γνήσιοι καὶ πραγματικοὶ ἀσκητές, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀντοχὴ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ τὴ λάμψη τῆς ἀρετῆς.
www.synaxarion.gr
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλάγιος α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ παιδὸς γεωργήσας ζωὴν τὴν κρείττονα, τῶν κατ’ αὐτῆς ἐνεπλήσθης θεουργικῶν ἀγαθῶν, τῶν Ἀγγέλων μιμητὰ Σισώη Ὅσιε· ὅθεν ὡς ἥλιος λαμπρός, ἀπαυγάζεις τηλαυγῶς, ἐν ὥρᾳ τῆς σῆς ἐξόδου, δηλοποιῶν τὴν σὴν δόξαν, καὶ καταλάμπων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει ἄγγελος ἐν γῇ ὡράσθης, καταυγάζων Ὅσιε, τὰς διανοίας τῶν πιστῶν, θεοσημείαις ἑκάστοτε· ὅθεν σε πάντες, Σισώη γεραίρομεν.
Μεγαλυνάριον.
Νέκρωσιν Σισώη ζωοποιόν, παθῶν τῇ ἐκδύσει, ἐνδυσάμενος ὁλικῶς, νεκροὺς ὡς ἐξ ὕπνου, τῷ ἱερῷ σου λόγῳ, ἐξήγειρας νεκρώσας, τὸν παναλάστορα.
Σάββατο 3 Ιουλίου 2010
Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης, Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης
«Ζηλοῦτε τὰ πνευματικά». Νὰ ἐπιθυμεῖτε μὲ ζῆλο τὰ πνευματικὰ χαρίσματα. Τέτοιο ζῆλο σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ εἶχε καὶ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας.
Ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἐκκλησιαστικοὺς ποιητὲς ὁ Ἀνδρέας, γεννήθηκε στὴν Δαμασκὸ ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Γεώργιο καὶ τὴν Γρηγορία. Σὲ ἡλικία 15 χρονῶν, κατατάχθηκε στὸν κλῆρο (ἀναγνώστης) τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου τῶν Ἱεροσολύμων, ἀπὸ τὸν τότε Πατριάρχη Θεόδωρο.
Στὴν Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἀνδρέας διακρίθηκε γιὰ τὴν μόρφωση καὶ τὴν ἀρετή του μεταξὺ τῶν ἁγιοταφιτῶν πατέρων, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν προέκριναν νὰ σταλεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ τὴν ἕκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο κατὰ τῶν Μονοφυσιτῶν. Μετὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, ὁ Ἀνδρέας παρέμεινε στὴ βασιλεύουσα, ὅπου χειροτονήθηκε διάκονος καὶ διορίσθηκε διευθυντὴς τοῦ ὀρφανοτροφείου «Ἅγιος Παῦλος». Ἡ ἔξοχη ἐπιμέλεια ποὺ ἀνέπτυξε στὸ φιλανθρωπικὸ αὐτὸ ἵδρυμα, τὸν ἀνέδειξε ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης.
Ἀφοσιωμένος στὰ καθήκοντα τῆς νέας του θέσης, ἀναδείχθηκε μέγας ἐκκλησιαστικὸς διοικητής, ἀλλὰ καὶ λαμπρὸς διδάσκαλος καὶ ρήτορας. Γι' αὐτὸ καὶ ὅλο του τὸ ποιμνίο τὸν θεωροῦσε πραγματικὰ πατέρα.
Ἀλλὰ ὡς μητροπολίτης πῆρε μέρος στὴν σύνοδο ποὺ συγκάλεσε ὁ Φιλιππικὸς Βαρδάνης (712) καὶ ὑποστήριξε τὸν Μονοφυσιτισμό, ἀλλὰ ἐπανῆλθε στὴν ὀρθὴ πίστη μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Βαρδάνη. Στὸ γυρισμὸ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου εἶχε πάει γιὰ διάφορες ὑποθέσεις, πέθανε (740 μ.Χ.) ἐπάνω στὸ καράβι. Τὸν ἔθαψαν στὴν Ἐρεσσὸ τῆς Μυτιλήνης, στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας.
Νὰ σημειώσουμε ἐπίσης, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, συνέθεσε καὶ ἀρκετὰ μουσικὰ τροπάρια καὶ κανόνες. Ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαία ἔργα τοῦ εἶναι καὶ ὁ Μέγας Κανόνας, ποὺ ψάλλεται τὴν Πέμπτη της Ε’ ἑβδομάδος Νηστειῶν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῦ Δαβὶδ τὴν κινύραν Πάτερ μιμούμενος, ἐν Ἐκκλησίᾳ Ὁσίων προσᾴδεις ᾆσμα καινόν, ὡς σοφὸς ὑφηγητὴς τοῦ θείου Πνεύματος· σὺ γὰρ ἐβρόντησας ἡμῖν, τὰς τῆς χάριτος ᾠδὰς, καὶ λόγον δικαιοσύνης, Ἀνδρέα Πατέρων κλέος, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Σαλπίσας τρανῶς, τὰ θεῖα μελῳδήματα, ἐδείχθης φωστήρ, τῷ κόσμῳ τηλαυγέστατος, τῷ φωτὶ λαμπόμενος, τῆς Τριάδος Ἀνδρέα Ὅσιε· ὅθεν πάντες βοῶμέν σοι· Μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις εὐσεβείας θεῖος αὐλός, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, θεορρήμων ὑφηγητής· χαίροις ὁ ἐν λόγοις, καὶ ᾄσμασιν ἐνθέοις, Τριάδα μεγαλύνων, Ἀνδρέα πάνσοφε.
Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010
Κατάθεσις Τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Θεοτόκου
Δυὸ πατρίκιοι, οἱ αὐτάδελφοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος, πηγαίνοντας στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσουν, ἔφτασαν στὴν Παλαιστίνη. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψή τους στοὺς Ἁγίους Τόπους, συνάντησαν μία Ἑβραία, ἡ ὁποία εἶχε στὴν κατοχή της καὶ φύλαγε μὲ πάρα πολὺ μεγάλη εὐσέβεια, μέσα σὲ εἰδικὸ κιβώτιο τὴν τίμια Ἐσθῆτα (φόρεμα) τῆς Παναγίας. Τότε οἱ Γάλβιος καὶ Κάνδιδος, ἀφοῦ προσκύνησαν τὸ ἱερὸ ἔνδυμα, ἔβαλαν σκοπὸ νὰ τὸ μεταφέρουν στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀφοῦ ἔφτασαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκύνησαν, στὴν συνέχεια κατασκεύασαν ἕνα εἰδικὸ κιβώτιο, ὅμοιο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶχε ἡ Ἑβραία γυναῖκα καὶ φύλαγε τὸ φόρεμα τῆς Θεοτόκου. Τὸ κιβώτιο αὐτό, χωρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση ἡ γυναῖκα, τὸ ἄλλαξαν μὲ αὐτὸ ποὺ περιεῖχε τὴν τιμία Ἐσθῆτα, χωρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση.
Ἔτσι λοιπὸν πῆραν τὸ κιβώτιο μὲ τὸ ἱερὸ ἔνδυμα καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν ἔφθασαν στὴν Πόλη, προσπάθησαν νὰ κρύψουν αὐτὸν τὸν πολύτιμο θησαυρὸ στὶς Βλαχέρνες. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κρύψουν, γνωστοποίησαν αὐτὸ τὸ γεγονὸς στὸν αὐτοκράτορα τῆς Πόλης. Ἐκεῖνος μόλις πληροφορήθηκε τὴ μεταφορὰ τῆς τιμίας Ἐσθῆτος στὴν Κωνσταντινούπολη ἀσπάστηκε μὲ μεγάλη εὐλάβεια τὸ ἱερὸ ἔνδυμα καὶ ἀμέσως ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κατασκευαστεῖ Ναὸς καὶ ἀργότερα μέσα σ' αὐτὸν τοποθέτησε τὸ ἱερὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο βρίσκεται μέχρι καὶ σήμερα σ' αὐτὸν τὸν τόπο, ἀποτελῶντας φυλακτήριο καὶ συνάμα πολύτιμο κειμήλιο γιὰ τοὺς χριστιανούς.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ'.
Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα· ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις, καινοτομεῖται καὶ χρόνος. Διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ἔνδυμα, τῶν οίκτιρμῶν σου, καὶ ἱμάτιον ἀθανασίας, τὴν ἁγίαν σου Ἐσθῆτα καὶ ἄφθαρτον, τῇ κληρουχίᾳ σου Κόρη δεδώρησαι, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ σύναψιν. Ὅθεν Ἄχραντε, τὴν θείαν αὐτῆς κατάθεσιν, τιμῶντες εὐσεβῶς σὲ μεγαλύνομεν.
Κοντάκιον Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ
Περιβολὴν πᾶσι πιστοῖς ἀφθαρσίας, Θεοχαρίτωτε Ἁγνὴ ἐδωρήσω, τὴν Ἱερὰν Ἐσθῆτά σου μεθ’ ἧς τὸ ἱερόν, σῶμά σου ἐσκέπασας, σκέπη πάντων ἀνθρώπων· ἧς περ τὴν κατάθεσιν, ἑορτάζομεν πόθῳ, καὶ ἐκβοῶμεν φόβῳ σοι σεμνή· χαῖρε Παρθένε, Χριστιανῶν τὸ καύχημα.
Μεγαλυνάριον.
Τῆς ἀθανασίας τὸν χορηγόν, τέξασα Παρθένε, ἠθανάτισας τὸν Ἀδάμ· τοῦτο γὰρ δηλοῦσα, ἡ ἄφθαρτος Ἐσθής σου φθορᾶς παθῶν λυτροῦται, τοὺς προσπελάζοντας.
www.synaxarion.gr
Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010
Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίων Κύρου καὶ Ἰωάννου τῶν Ἀναργύρων καὶ Θαυματουργῶν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς
«Τῇ αὐτῇ ἡμέρα, μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων καὶ Θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου· καὶ τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀθανασίας καὶ τῶν τριῶν αὐτῆς θυγατέρων καὶ παρθένων Θεοδότης, Θεοκτίστης καὶ Εὐδοξίας».
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κύρος καὶ Ἰωάννης, Ἀθανασία, Θεοδότη, Θεοκτίστη καὶ Εὐδοξία († 31 Ἰανουαρίου) ἄθλησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Σήμερα ἑορτάζεται ἡ εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτῶν. Ἡ Σύναξή τους ἐτελεῖτο «ἐν τοῖς Φωρακίου καὶ ἐν ταῖς Ἀρκαδιαιναῖς».
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, τῇ ἐνεργείᾳ, ἀναβλύζοντα, θαυμάτων ῥεῖθρα, ἀναργύρως τὰ σεπτὰ ἡμῶν λείψανα, ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς κόσμῳ ἔλαμψαν, Κῦρε θεόφρον, Ἰωάννη τε ἔνδοξε· ὅθεν ἅπαντες, τὴν τούτων τιμῶντες εὕρεσιν, αἰτοῦμεν δι’ ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.
Τὸ μέγα ἰατρεῖον τῆς οἰκουμένης, τὸ ζεῦγος τοῦ Χριστοῦ τὸ πεποθημένον, τοὺς φωστῆρας τοὺς ἐκλάμποντας, ταῖς αὐγαῖς τῶν ἰάσεων, ὑμνήσωμεν πιστοὶ μεγαλοφώνως, ἔνδον τοῦ ναοῦ αὐτὸν βοῶντες· Κῦρος καὶ Ἰωάννης, οἱ χορηγοὶ τῶν θαυμάτων, καὶ ἰατροὶ τῶν νοσούντων, αὐγάζουσι τὰ πέρατα.
Μεγαλυνάριον.
Ρεῖθρα ἰαμάτων παντοδαπῶν, βλύζοντα τῷ κόσμῳ, ἀνεφάνησαν ἐκ τῆς γῆς, ὑμῶν νῦν τὰ σκήνη, Κῦρε καὶ Ἰωάννη, ἐξ ὧν ῥῶσιν τρυγῶμεν, ψυχῆς καὶ σώματος.
www.synaxarion.gr
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
Οσιομάρτυς Φεβρωνία (Πολύαθλος)
Οσιομάρτυς Φεβρωνία (Πολύαθλος)
Η ΑΓΙΑ ΦΕΒΡΩΝΙΑ
Εκθαμβωτική ήταν ή σωματική της ομορφιά. Άλλα ακόμα περισσότερο έλαμπε ή ψυχή της, ανάμεσα στις μοναχές του μοναστηριού της Μεσοποταμίας (οτήν πόλη της Νισίβεως, πού λέγεται Αντιόχεια της Μυγδονίας και βρισκόταν στα σύνορα του Βυζαντινού και Περσικού κράτους). Από 17 χρονών ή Φεβρωνία πήγε στο μοναστήρι, όπου ηγουμένη ήταν ή θεία της Βρυένη. Γρήγορα προσαρμόστηκε στους κανόνες της νέας ζωής, και μάλιστα πάντα έβρισκε χρόνο να μελετά και να καλλιεργεί το πνεύμα της. Ή ζωή της ήταν ήσυχη. Όμως, κάποια μέρα ταράχθηκαν τα γαλήνια "νερά" της ησυχίας της. Ένα σώμα στρατιωτών πού έξεδίωκε χριστιανούς, πέρασε από τη μονή της Φεβρωνίας. ΟΙ άλλες μοναχές πρόλαβαν και έφυγαν μακριά. Ή Φεβρωνία, επειδή ήταν άρρωστη, δεν μπόρεσε να μετακινηθεί. Μαζί της έμειναν ή ηγουμένη Βρυένη και ή αδελφή Θωμαΐς. ΟΙ στρατιώτες, μόλις άντίκρυσαν τη Φεβρωνία, έμειναν έκπληκτοι από την ομορφιά της. "Αφησαν, λοιπόν, τρεϊς άνδρες να τη φρουρούν και οι υπόλοιποι γύρισαν και το ανέφεραν στον αρχηγό τους Σελήνο (288 μ.Χ.). Αυτός αμέσως διέταξε και την έφεραν μπροστά του, και με κάθε τρόπο την πίεσε να άλλαξοπιστήσει. Πρότεινε στη Φεβρωνία να τη δώσει σύζυγο στον ανεψιό του Λυσίμαχο, πού κοντά του θα γνώριζε μεγάλη δόξα. Ή Φεβρωνία, όμως, προτίμησε να γίνει "της μελλούσης άποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός"1. Προτίμησε, δηλαδή, να είναι συμμέτοχος της δόξας πού θα αποκαλυφθεί κατά τη δευτέρα παρουσία, και με περίσσιο θάρρος περιφρόνησε τις προτάσεις του Σελήνου, ό όποιος, αφού τη βασάνισε, τελικά τη σκότωσε με ξίφος.
1. Α' Έπιστολή Πέτρου, ε' 1.
Άπολυτίκιον. Ήχος γ'. Την ωραιότητα.
Ως της ασκήσεως, ρόδονήδύπνευστον, όσμήν αθλήσεως, τω κόσμω έπνευσας, εις όσμήν μύρων του Χριστού, δραμούσα άσχέτω πόθω' όθεν ως παρθένον σε, και Όσίαν και Μάρτυρα, θαυμαστώς έδόξασε, Φεβρωνία ό Κύριος· ω πρέσβευε υπέρ των βοώντων χαίρε σεμνή Όσιομάρτυς.
www.gonia.gr
Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010
Γενέσιον τοῦ Τιμίου ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου
Ἡ Ἐκκλησία, τρία μόνο Γενέθλια τιμᾶ καὶ ἑορτάζει: α. τοῦ Δεσπότου καὶ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, β. τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ γ. τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Τὰ γεγονότα τῆς γεννήσεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ α’ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του.
Γράφει, λοιπόν, ὅτι στὶς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἡρώδη ἐζοῦσε στὴν Ἰουδαία κάποιος ἱερέας ποὺ λεγόταν Ζαχαρίας. Εἶχε σύζυγό του τὴν Ἐλισάβετ, ἡ ὁποία ἦταν ἀπόγονος τοῦ Προφήτου Ἀαρών. Ἦσαν καὶ οἱ δύο ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ καὶ ἐζοῦσαν μὲ δικαιοσύνη, φόβο Θεοῦ, εὐλάβεια, σωφροσύνη, καὶ ἐτηροῦσαν τὶς θεῖες ἐντολές. Γιὰ πολλὰ χρόνια ἱκέτευαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς εὐλογήσει μὲ τὴ χαρὰ τῆς τεκνογονίας, ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἀποκτήσει, παρὰ τὴ θερμὴ προσευχή τους, παιδί. Ὁ Ζαχαρίας καὶ ἡ στείρα σύζυγός του Ἐλισάβετ εἶχαν φθάσει σὲ βαθὺ γήρας καὶ δὲν εἶχαν πλέον ἐλπίδα νὰ τεκνοποιήσουν.
Ἐνῶ ὁ ἱερέας Ζαχαρίας εὑρισκόταν μία ἡμέρα στὸ ναὸ καὶ ἐθυμίαζε στὸ ἱερὸ Βῆμα, ἐφανερώθηκε σ’ αὐτὸν Ἄγγελος Κυρίου, γιὰ νὰ προμηνύσει τὴ γέννηση τοῦ ἐπιγείου καὶ ἔνσαρκου ἄγγελου, τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου. Βλέποντάς τον ὁ Ζαχαρίας ἐταράχθηκε καὶ ἐφοβήθηκε τόσο πολὺ ὥστε ἔμεινε ἐκστατικός. Τότε ὁ Ἄγγελος Κυρίου τοῦ εἶπε: «Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Γιατὶ ὁ Θεὸς ἐδέχθηκε τὴν προσευχή σου καὶ ἡ γυναίκα σου, ἡ Ἐλισάβετ, θὰ γεννήσει υἱό. Καὶ θὰ τὸν ὀνομάσεις Ἰωάννη. Καὶ θὰ δοκιμάσεις μεγάλη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Πολλοὶ θὰ χαροῦν γιὰ τὴ γέννησή του, γιατὶ θὰ εἶναι μεγάλος καὶ περιφανὴς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θὰ λάβει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Θείας Χάριτος καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν ἀκόμη θὰ κυοφορεῖται στὴν κοιλία τῆς μητέρας του Ἐλισάβετ. Καὶ μὲ τὸ κήρυγμά του θὰ ἐπιστρέψουν πολλοὶ Ἰσραηλῖτες στὴ γνώση τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου αὐτῶν».
Ἀκούγοντας ἔκπληκτος ὁ Ζαχαρίας τὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, κατεπλάγη καὶ τὸν ἐρώτησε γεμάτος ἀπορία: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει αὐτό; Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ τὸ γνωρίσω καὶ θὰ τὸ πιστέψω, ὅταν εἶμαι γέροντας στὴν ἡλικία καὶ ἡ γυναίκα μου ὑπέργηρη καὶ στείρα;». Τότε ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, ποὺ παρουσιάζομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ἀπέστειλε ὁ Θεὸς νὰ σοῦ φέρω αὐτὴ τὴ χαρμόσυνη ἀγγελία. Καὶ ἰδού, ἐπειδὴ δὲν ἐπίστεψες στὰ λόγια μου, θὰ μείνεις ἄλαλος μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἐκπληρωθοῦν ὅσα σοῦ προανήγγειλα, δηλαδὴ μέχρι νὰ γεννηθεῖ ὁ Ἰωάννης».
Πράγματι ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ζαχαρίας ἔμεινε βουβὸς καὶ ἄλαλος, ἕως ὅτου ἡ Ἐλισάβετ ἔτεκε τὸν Πρόδρομο.
Τὴν ὄγδοη ἡμέρα οἱ συγγενεῖς ἦλθαν γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὴν περιτομὴ τοῦ παιδιοῦ καὶ ἤθελαν νὰ τὸ ὀνομάσουν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία. Ἀλλὰ ἡ Ἐλισάβετ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ ὀνομαστεῖ Ἰωάννης. Στὴν ἀπορία τους, πῶς θὰ λάβει τὸ ὄνομα αὐτό, ἐπειδὴ κανένας ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς δὲν εἶχε τὸ ὄνομα αὐτό, ὁ Ζαχαρίας ἐζήτησε μία μικρὴ πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔγραψε τὰ ἀκόλουθα: «Ἰωάννης εἶναι τὸ ὄνομά του». Καὶ ἐξεπλάγησαν ὅλοι. Ὁ Ζαχαρίας δὲ ἄνοιξε ἀμέσως τὸ στόμα του καὶ εὐλογοῦσε τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του. Ὁ δὲ Ἰωάννης καθημερινὰ ἀναδεικνυόταν ὡς ἔμψυχο ὄργανο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πλήρης τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήλη κάθε ἀρετῆς καὶ εὐσέβειας.
Κατὰ τοὺς τελευταίους βυζαντινοὺς χρόνους, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τοῦ Προδρόμου τῆς Πέτρας, μὲ τὴν παρουσία τοῦ αὐτοκράτορος.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τ[πης παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαί σε, οὐκ εὐποροῦμεν ἡμεῖς, οἱ πόθῳ τιμῶντές σε· στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυνται τῇ ἐνδόξῳ, καὶ σεπτῇ σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμῳ κηρύττεται.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πρὶν στεῖρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας· ὃνπερ γὰρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης κῆρυξ, ὁμοῦ καὶ Πρόδρομος.
Μεγαλυνάριον.
Ἄνθος τὸ θεόσδοτον ἐκφυέν, σήμερον ἐκ στείρας, εὐωδίας ἁγιασμοῦ, ἔπλησε τὰ πάντα, τὴν ἔρημον τὰ ὄρη, τῶν ποταμῶν τὰ ῥεῖθρα, Χριστοῦ ὁ Πρόδρομος.